Καλάθι Αγορών: άδειο Wishlist άδειο
ΤEXNH KAI ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΟΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
ANANDA K. COOMARASWAMY
ISBN: 960-7176-05-072
Εκδόσεις: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ
Μέγεθος: 15x23 cm
Σελίδες: 80
Βάρος: 148 gr
Τιμή: 15.50€

Πρόλογος: Philip Sherrard. Μετάφραση: Παναγιώτης Σουλτάνης
Εκδόσεις Πεμπτουσία – 1992

Σάς παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα

...Και παρόμοια, για τον Πλάτωνα οι Μούσες μας δίδονται «να τις χειριζόμαστε με τη νόησή μας (μετά νου), όχι ως πηγή άλογης ηδονής (εφ’ ηδονήν άλογον), αλλά ως σύμμαχοι της ψυχής μας στην κυκλοτερή κίνηση που εκτελεί μέσα μας, η αρμονία της οποίας περιήλθε σε αταξία. Ως σύμμαχοι στην επαναφορά της σε τάξη και συμφωνία με τον εαυτό της» (Τίμαιος, 47Δ και 90Δ). Η φράση του G. d’ Arezzo «οι πρώτοι καταλαβαίνουν τη μουσική σύνθεση», θυμίζει το «οι παιδευμένοι κατανοούν τη λογική της σύνθεσης, ενώ οι απαίδευτοι αντλούν (μόνον) ηδονή» του Κοϊντιλιανού. Και αυτό παραπέμπει στον Πλάτωνα, ο οποίος στον Τίμαιο, 80Β, λέει ότι από τη σύνθεση οξέων και χαμηλών ήχων δημιουργείται «ευχαρίστηση στον άφρονα, ενώ στον σώφρονα ευφροσύνη, λόγω της μιμήσεως της θείας αρμονίας η οποία πραγματώνεται σε θνητές κινήσεις». Η πλατωνική ευφροσύνη, με τη γιορταστική συνδήλωσή της (βλ. Ομηρικοί Ύμνοι Δ.482), αντιστοιχεί στο ρήμα sapit (φρονώ, γεύομαι πνευματικώς) του Guido, ενώ και η sapientia (φρόνηση) ορίζεται από τον Θωμά τον Ακινάτη ως «επιστήμη με αγάπη». Η ευφροσύνη αυτή είναι στη πραγματικότητα η «ευωχία του πνεύματος». Σε κάποιον που παίζει το όργανό του με τέχνη και σοφία, θα του διδάξει πράγματα τέτοια που κοσμούν το πνεύμα· όμως σ’ εκείνον που το ταλαιπωρεί με άγνοια και αδεξιότητα, συγκεχυμένα θα του μιλήσει (Ομηρικοί Ύμνοι Δ.483).

Η ανεπάρκεια της «τέχνης» ανακαλεί το πλατωνικό χωρίο στο Φαίδρο, 254Α, όπου, προκειμένου η ποίηση να φτάσει σε κάποιο αποτέλεσμα, πέραν της τέχνης, τίθεται ως αναγκαίος όρος η έμπνευση. Τόσο η «επιστήμη» του Mignot, όσο και το «δόγμα» του Guido, συμποσούνται στην dottrina (επιστήμη, δόγμα) του Δάντη. Αυτήν μας ζητά ο ποιητής να θαυμάσουμε, όχι την τέχνη του. Η dottrina δεν είναι δική του κατασκευή αλλά «αυτό που μέσα μου η Αγάπη (Sanctus Spiritus) υπαγορεύει» (Καθαρτήριο XXIV.52.53). Δεν είναι ο ποιητής αλλά «ο Θεός ο ίδιος (Έρως) που μιλάει» (Πλάτων, Ίων 534, 535). Δεν είναι η φαντασία, αλλά η αλήθεια, γιατί «κάθε τι αληθινό, όπως και να ορίζεται, πηγάζει από το Άγιο Πνεύμα» (Αγ. Αμβρόσιος). «Θέση έχει στον ουρανό αυτός που την καρδιά διδάσκει» (Αγ. Αυγουστίνος)· και «Κύριε, εμφύτευσε μέσα μου το δόγμα· μπορεί να ριζώσει μέσα μου» (ΑV 1.1.2).

«Σκοπός της τέχνης είναι να καταστήσει την πρωταρχική αλήθεια αντιληπτή, να κάνει το ανεπαίσθητο ευκρινές, να αρθρώσει τον πρωτογενή λόγο· αλλιώς δεν είναι τέχνη» (Walter Andrae). Αυτή ήταν η κοινώς αποδεκτή και οικουμενική στάση απέναντι στην τέχνη. Οι ιδέες του Mignot για την αρχιτεκτονική, του Guido για τη μουσική και του Δάντη για την ποίηση, αποτελούν τα θεμέλια της τέχνης όλων των πολιτισμών εκτός του δικού μας: η τέχνη μας είναι «ακατάληπτη».

Η δική μας «ιδιωτική» και παθητική» στάση απέναντι στην τέχνη, αντιμετωπίζει το έργο τέχνης ουσιαστικά σαν μια έντονη εμπειρία, και χαρακτηρίζεται από τη λέξη «αίσθησις», μια λέξη δηλωτική της βιολογικής «ερεθιστικότητας», μια ιδιότητα που τα ανθρώπινα όντα μοιράζονται από κοινού με τα φυτά και τα ζώα. Ο Ινδιάνος της Αμερικής δεν μπορεί να καταλάβει «πως είναι δυνατόν να μας αρέσουν τα τραγούδια του τη στιγμή που αγνοούμε το πνευματικό τους περιεχόμενο». Στην πραγματικότητα είμαστε όπως μας έχει χαρακτηρίσει ο Πλάτωνας: «εραστές των ωραίων χρωμάτων και ήχων και κάθε δημιουργήματος της τέχνης, από αυτά που ελάχιστη σχέση έχουν με τη φύση του ωραίου καθαυτού» (Πολιτεία 476Β). Παραμένει η αλήθεια ότι «η τέχνη είναι μια διανοητική αξία», «το ωραίο συνδέεται με τη γνώση» (Sum. Theol.). «Η επιστήμη καθιστά το έργο ωραίο· η θέληση το καθιστά χρήσιμο· η επιμονή του δίνει διάρκεια». Ars sine scientia nihil...

...Η σύγχυση, η αβεβαιότητα, ο συναισθηματισμός και η απόγνωση αποτελούν εξάρχοντα χαρακτηριστικά του χαώδους κόσμου μας. Η εύκολη πίστη μας στη πρόοδο έχει κλονισθεί, και δεν είμαστε πια σίγουροι ότι ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει μόνο με τα υλικά αγαθά. Ζούμε σ’ έναν κόσμο με μια «εξαντλημένη πραγματικότητα», αντιμετωπίζουμε τη ζωή σαν να είναι από μόνη της ένα τέλος και σαν να μην έχει νόημα. Ως καλλιτέχνες και μελετητές της τέχνης, ως έφοροι μουσείων, αποτελούμε μέρος του κόσμου αυτού και είμαστε μερικώς υπεύθυνοι για την κατάστασή του. Η στάση μας είναι ένα από τα συμπτώματά του – μια λέξη αρνητική, γιατί τα συμπτώματα υπονοούν την ασθένεια. Ωστόσο παρέχουν τη βάση για τη διενέργεια της διάγνωσης, όταν η πρόγνωση έχει αποβεί μάταιη. Ας περιγράψουμε τα συμπτώματα, ας αναρτηθούμε ποια νοσηρή κατάσταση δεικνύουν και ας ορίσουμε μια θεραπεία.

Όσον αφορά τις απόψεις των πανεπιστημίων μας, παρατηρεί κανείς τη νοσηρότητα και την παρέκκλιση στη θέση ότι η τέχνη είναι στην ουσία της μια αισθητική, δηλαδή αισθησιακή και συναισθηματική συμπεριφορά, ένα πάθος το οποίο βιώνεται και όχι μια πράξη που εκτελείται· έπειτα είναι ότι το ενδιαφέρον μας εξαντλείται στο ύφος, και αδιαφορούμε για την αλήθεια και το νόημα του έργου τέχνης· η σημασία που δίνουμε στην προσωπικότητα του καλλιτέχνη· η άποψη ότι ο καλλιτέχνης συνιστά ένα ιδιαίτερο είδος ανθρώπου, και όχι ότι κάθε άνθρωπος συνιστά ένα ιδιαίτερο είδος καλλιτέχνη· επίσης η διάκριση που κάνουμε μεταξύ καλών και εφηρμοσμένων τεχνών· και η ιδέα ότι η φύση ως προς την οποία πρέπει η τέχνη να είναι αληθής, δεν είναι η Δημιουργός Φύση, αλλά το δικό μας άμεσο περιβάλλον, και ειδικότερα, εμείς οι ίδιοι.

Μέσα και έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες καταχρόμαστε όρους όπως «μορφή», «στολίδι», «έμπνευση», ακόμα και «τέχνη». Η νατουραλιστική μας στάση και η ιστορική προκατάληψη κατέστησαν αδύνατη για μας την κατανόηση της τέχνης του λαϊκού και πρωτόγονου ανθρώπου· τα σχέδιά του μπορεί να τα θαυμάζουμε, αγνοούμε όμως το νόημα τους γιατί η εμπειρική προσέγγισή μας δεν επαρκεί για την αποσαφήνιση των αινιγματικών και αφηρημένων όρων του μύθου. Οι καλλιτέχνες μας έχουν «χειραφετηθεί» από οποιαδήποτε υποχρέωση απέναντι στις αιώνιες αλήθειες, και την ικανοποίηση των παρουσών αναγκών την έχουν εγκαταλείψει στους εμπόρους. Η αφηρημένη τέχνη μας δεν είναι μια εικονογράφηση υπερβατικών μορφών, αλλά αποτελεί την ρεαλιστική εικόνα των κατακερματισμένων ιδεών μας. Το βιοτικό μας επίπεδο μπορεί ποσοτικά να είναι ζηλευτό, όμως ποιοτικά είναι αξιοκαταφρόνητο. Και αυτό που αποτελεί το σημαντικότερο σύμπτωμα και την μεγαλύτερη μαρτυρία της ασθένειάς μας είναι το γεγονός ότι με όποιον παραδοσιακό πολιτισμό ήρθαμε σε επαφή, καταστρέψαμε τα επαγγελματικά και καλλιτεχνικά του θεμέλια. Ονομάζουμε τα συμπτώματα αυτά ανώμαλα, επειδή, όταν τα δούμε στην ιστορική και παγκόσμια προοπτική τους, αντιλαμβανόμαστε ότι οι αρχές από τις οποίες πηγάζουν είναι πραγματικά ιδιόρρυθμες και αντιτιθέμενες, ακόμη και στις λεπτομέρειές τους, με τις αρχές άλλων πολιτισμών, κυρίως αυτών των οποίων τα έργα επί το πλείστον θαυμάζουμε. Το ότι θαυμάζουμε το Ρωμανικό κτίριο- μια «αρχιτεκτονική χωρίς σύστημα αποχέτευσης»- και συγχρόνως περιφρονούμε το πνεύμα των «Σκοτεινών Αιώνων», είναι σίγουρα ανώμαλο· δεν σκεφτήκαμε ότι ίσως να φταίει η δική μας νοοτροπία, που το δικό μας κτίριο είναι ένα «σύστημα αποχέτευσης χωρίς αρχιτεκτονική».

Όλα αυτά τα συμπτώματα οδηγούν σε μια αρρώστια κρυμμένη βαθιά μέσα μας: κατά πρώτο λόγο, πρέπει να προχωρήσουμε στη διάγνωση της άγνοιας. Με αυτό βέβαια δεν εννοούμε μια άγνοια των γεγονότων, τα οποία φέρνουν το νου μας σε σύγχυση, αλλά μια άγνοια των αρχών στις οποίες είναι δυνατό να αναχθεί κάθε λειτουργία, και πρέπει να αναχθεί, προκειμένου να γίνει κατανοητή. Ο πολιτισμός μας είναι ονοματοκρατικός. Αληθινό για μας είναι μόνον αυτό το οποίο μπορούμε να το αγγίξουμε με τα χέρια μας, ή αλλιώς, να το «παρατηρήσουμε». Δεν διδάσκουμε τον καλλιτέχνη να σκέφτεται, αλλά να παρατηρεί· νοιώθουμε μια «μνησικακία που περιφρονεί την αθανασία». Τη διδασκαλία αυτής της ουσιαστικής άγνοιας την ακολουθεί η εγωπάθεια (cogito ergo sum, ahamkara, οίησις), η απληστία, η ανευθυνότητα και η άποψη πως η εργασία είναι κάτι κακό και ο πολιτισμός είναι καρπός της αργίας, της «σχόλης» όπως λανθασμένα λέμε. Οι Έλληνες διέκριναν σωστά τη «σχόλη» από την «παύσιν»· όμως εμείς, που συγχέουμε τους δύο αυτούς όρους και βρίσκουμε την έννοια του «έργου της σχολής», δηλαδή ενός έργου που απαιτεί όλη μας την προσοχή (Πλάτων, Πολιτεία 370Β), πολύ περίεργη, παραδόξως ονομάζουμε σωστά στις διάφορες Ευρωπαϊκές γλώσσες, τις διακοπές ως «vacations», «vacances», δηλαδή κενούς χρόνους.

Επιπλέον διαπιστώνουμε ότι η αρρώστια μας έχει σχιζοφρενικό χαρακτήρα. Έχουμε την τάση, όσον αφορά το έργο τέχνης, να διατυπώνουμε δύο ξεχωριστές ερωτήσεις: «τι παριστάνει;» και «τι εννοεί;», δηλαδή διακρίνουμε το σχήμα από τη μορφή, το σύμβολο από την αναφορά του, όπως διακρίνουμε τη γεωργική τέχνη από την καλλιτεχνία. Ο πρωτόγονος άνθρωπος, το έργο του οποίου φανερώνει μιαν «ισορροπία μεταξύ του φυσικού και του μεταφυσικού», δεν θα έκανε ποτέ αυτές τις διακρινόμενες ερωτήσεις. Όσο ζητάμε από τον καλλιτέχνη και τον τεχνίτη, που είναι φυσικά ένα και το αυτό πρόσωπο, να μας δώσουν έργα σχεδιασμένα διαφορετικά όταν είναι να υπηρετήσουν τις ανάγκες του σώματος και διαφορετικά όταν στοχεύουν στις ανάγκες της ψυχής, ο καλλιτέχνης θα παραμένει ένας ηδονιστής, ο τεχνίτης ένας απλός προμηθευτής, και ο εργάτης ένας ματαιόδοξος που το πιο μεγάλο του όνειρο εξαντλείται σε ένα μεγαλύτερο μερίδιο από τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι του πλουσίου...

Αξιολόγηση προϊόντος
Το προϊόν δεν εχει αξιολογηθεί
Περισσότερες πληροφορίες ή απορίες; Επικοινωνήστε μαζί μας
Δείτε επίσης
Δωρεάν
αποστολή
με αγορές άνω των 100€
Σχετικά βιβλία αγορασμένα από άλλους πελάτες μας