Καλάθι Αγορών: άδειο Wishlist άδειο
Η ΙΕΡΗ ΤΕΧΝΗ ΣΕ ΑΝΑΤΟΛΗ ΚΑΙ ΔΥΣΗ - ΑΡΧΕΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟΙ
TITUS BURCKHARDT
ISBN: 960-7176-01-4
Εκδόσεις: ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ
Μέγεθος: 14x23 cm
Σελίδες: 200
Βάρος: 331 gr
Τιμή: 20.50€

Μετάφραση: Παναγιώτης Σουλτάνης
Εκδόσεις Πεμπτουσία - 1991

Κάθε Ιερή τέχνη είναι βαθιά ριζωμένη στη θρησκεία από την οποία πηγάζει. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει πως ο,τιδήποτε αποκαλείται «θρησκευτική τέχνη» είναι στην πραγματικότητα Ιερή Τέχνη. Η τελευταία δεν καθορίζεται τόσο από τα θέματά της, όσο από το ύφος και τις μεθόδους της με τα οποία είναι άρρηκτα δεμένη. Το ύφος και η μέθοδος αποτελούν πάνω απ’ όλα οχήματα της παράδοσης και η παράδοση προέρχεται από την αποκάλυψη η οποία δίνει ζωή σε κάθε μεγάλο πολιτισμό. Ο Titus Burckhardt αναλύει εδώ με έναν έξοχο τρόπο τα ιδιαίτερα ποιοτικά γνωρίσματα της ιερής τέχνης των πέντε μεγάλων ζωντανών παραδόσεων της ανθρωπότητας, δηλαδή της Χριστιανικής, Ινδουιστικής, Ισλαμικής, Βουδιστικής και Ταοϊστικής παράδοσης. Ταυτόχρονα, τονίζει την ενότητα της αρχής τους και την ταυτότητα του σκοπού τους.

Στις μέρες μας οι παραδοσιακές μορφές και μέθοδοι θεωρούνται συχνά ως εχθροί της ελευθερίας του καλλιτέχνη και εμπόδια στην εξέλιξη της τέχνης. Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι, αντιθέτως, η λειτουργία τους κατά κάποιο τρόπο είναι να κρατούν ανοιχτή την πόρτα στη μόνη αληθινή ελευθερία, την ελευθερία του πνεύματος από τα γήινα δεσμά. Η ελευθερία, της σύγχρονης τέχνης έχει έναν χαρακτήρα ψευδαισθητικό. Ο καλλιτέχνης, «χειραφετημένος» από κάθε υποχρέωση απέναντι στις αιώνιες αλήθειες, αποκομμένος από τον «προστατευτικό κύκλο της ιερής μορφής», δέσμιος του ατομικιστικού πάθους και της επιθυμίας για πρωτοτυπία, γίνεται όλο και πιο συχνά όργανο παντός είδους αρνητικών επιρροών· οι δυσμορφίες της σύγχρονης τέχνης δεν είναι παρά υλικές εκφράσεις των ψυχικών καταλοίπων που ξεπηδούν από τα ρήγματα της κατακερματισμένης συνοχής του πολιτισμού των καιρών μας.

 

Σάς παραθέτουμε κάποια αποσπάσματα από το βιβλίο

 

…Ένα μεγάλο μέρος της πνευματικής γλώσσας της εικόνας, μεταδίδεται με την τεχνική της εικονογράφησης η οποία οργανώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε η έμπνευση να την ακολουθεί σχεδόν αυθόρμητα, δεδομένου ότι οι νόμοι γίνονται αντικείμενο παρατήρησης και ότι ο ίδιος ο καλλιτέχνης είναι πνευματικά προετοιμασμένος για το έργο του. Αυτό σημαίνει, γενικά, ότι ο ζωγράφος πρέπει να είναι πλήρως ενταγμένος στη ζωή της Εκκλησίας. Ειδικώτερα, προτού καταπιαστεί με το έργο του πρέπει να προετοιμάσει τον εαυτό του με προσευχή και νηστεία· πρέπει να στοχαστεί πάνω στο θέμα που πρόκειται να απεικονίσει, με τη βοήθεια των κανονικών κειμένων. Όταν το θέμα που επιλέχθηκε είναι απλό και κεντρικό, όπως η εικόνα του Χριστού ή της Παρθένου με το Θείο Βρέφος, η περισυλλογή του θα στηριχθεί σε μια επίκληση ή προσευχή που σχετίζεται με την ουσία της παράδοσης· με τον τρόπο αυτό το παραδοσιακό πρότυπο της εικόνας, με τον συνθετικό συμβολισμό του, θα ανταποκριθεί στην διανοητική ουσία της προσευχής και θα αποκαλύψει την πραγματικότητά της. Είναι γεγονός ότι η σχηματική οργάνωση της εικόνας επιβεβαιώνει πάντοτε τον μεταφυσικό και οικουμενικό χαρακτήρα του θρησκευτικού θέματος, και παρεπιπτόντως, αυτό αποδεικνύει την εξωανθρώπινη προέλευση των προτύπων. Επί παραδείγματι, στις περισσότερες εικόνες της Παρθένου με το Βρέφος, το περίγραμμα της Παρθένου φαίνεται να περιβάλλει το περίγραμμα του Βρέφους· ο μανδύας της Παρθένου είναι συχνά βαθυγάλαζος, σαν το απροσμέτρητο βάθος του ουρανού ή σαν τα βαθιά νερά, ενώ τα ιμάτια του Θείου Βρέφους φέρουν το βασιλικό κόκκινο χρώμα. Όλες αυτές οι λεπτομέρειες έχουν μια βαθιά σημασία.

Μαζί με την αχειροποίητο εικόνα του Χριστού, αυτή της Παρθένου με το Βρέφος είναι εικόνα par excellence. Η απεικόνιση του Βρέφους, η φύση του οποίου είναι μυστηριακώς θεία, δικαιολογείται κατά μία έννοια από τη φύση της Μητρός Του, η οποία το ενέδυσε με την σάρκα Της. Έτσι, γίνεται εμφανής μιά αντίθεση μεταξύ των δύο μορφών, γεμάτη από φυσική ελκυστικότητα, αλλά κυρίως από ανεξάντλητη σημαντικότητα: η φύση του Βρέφους εκλαμβάνεται σε σχέση με τη φύση της Μητρός Του, σαν να υπάρχει μέσω της φύσεως Αυτής· αντιστρόφως, η παρουσία του Θείου Βρέφους, με τις ιδιότητές Του της βασιλείας και της σοφίας –ή του μελλοντικού Πάθους Του– προσδίδει μια απρόσωπη και βαθιά διάσταση στη μητρότητα. Η Παρθένος είναι το πρότυπο της ψυχής στην κατάσταση της πρωταρχικής αγνότητας, και το Βρέφος είναι σαν το σπέρμα του Θείου Φωτός στην καρδιά.

Αυτή η μυστική σχέση μεταξύ της Μητρός και του Βρέφους, βρίσκει την απώτατη έκφρασή της στη Holy Virgin of the Sign, τα παλαιότερα δείγματα της οποίας χρονολογούνται από τον τέταρτο και πέμπτο αιώνα· η Παρθένος εικονίζεται σε στάση προσευχής με τα χέρια της υψωμένα και με το μετάλλιο του νεαρού Χριστού Εμμανουήλ στο στήθος της. Αυτή είναι «η Παρθένος που θα Βρεθεί με το Βρέφος», σύμφωνα με τον Προφήτη Ησαΐα, και επίσης η προσευχόμενη Εκκλησία ή ψυχή στην οποία ο Θεός θα εκδηλώσει τον Εαυτό Του.

Οι εικόνες των Αγίων βρίσκουν τη δογματική θεμελίωσή τους στο γεγονός ότι εμμέσως αποτελούν εικόνες του Χριστού: όπως το εκφράζει ο Απόστολος, ο Χριστός είναι παρών στον καθαγιασμένο άνθρωπο και «ζει» εντός του.

Οι κυριότερες σκηνές των Ευαγγελίων έχουν μεταδοθεί με τη μορφή συνθέσεων-τύπων· κάποια χαρακτηριστικά τους σχετίζονται με το απόκρυφο Ευαγγέλιο της Νηπιακής Ηλικίας. Ότι το Βρέφος-Ιησούς θα γεννιόταν σε ένα σπήλαιο, ότι το σπήλαιο θα βρισκόταν σε ένα όρος, ότι το αστέρι που μήνυσε τη γέννησή Του θα έστελνε το ακτινοβόλημά του στο λίκνο του σπηλαίου, όλα αυτά υπονοούν μια αντιστοιχία με μια πνευματική αλήθεια· το ίδιο συμβαίνει και με τους αγγέλους, τους Μάγους, τους ποιμένες και το ποίμνιό τους. Μια τέτοιου είδους απεικόνηση είναι σύμφωνη με τις ιερές Γραφές, αλλά δεν πηγάζει άμεσα από αυτές, και δεν θα ήταν δυνατόν να ερμηνευθεί χωρίς την παρουσία μιάς παράδοσης που διαφυλλάτει τον συμβολισμό.

Είναι σημαντικό ότι σύμφωνα με τη Χριστιανική προοπτική, οι αιώνιες πραγματικότητες εμφανίζονται με τη μορφή ιστορικών γεγονότων, και μόνο αυτό καθιστά δυνατή την παράστασή τους. Έτσι, για παράδειγμα, η κάθοδος του Χριστού στο Άδη, εκλαμβανόμενη ως ένα γεγονός που συνέβη ταυτόχρονα με τον θάνατο πάνω στον Σταυρό, τοποθετείται πραγματικά έξω από τον χρόνο: αν οι Πατριάρχες και οι Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης δεν μπορούν να δραπετεύσουν από το σκότος παρά μόνο με τη μεσολάβηση του Χριστού, αυτό γίνεται επειδή ο Ιησούς Χριστός είναι ο Αιώνιος Χριστός, ο Λόγος· οι Προφήτες βρίσκονται στην κατάσταση αυτή, πριν την ενσάρκωσή Του σε Ιησού. Επίσης, αφού ο θάνατος πάνω στον Σταυρό είναι σαν την τομή του χρόνου και της αιωνιότητας στη ζωή του Ιησού, είναι νόμιμο από συμβολική άποψη να παραστήσουμε τον αναστημένο Σωτήρα να κατέρχεται με την ανθρώπινη μορφή Του στον προθάλαμο του Άδη, όπου συντρίβει τις πύλες και δίνει το χέρι Του στους προγόνους της ανθρωπότητας, τους Πατριάρχες και τους Προφήτες που συγκεντρώθηκαν για να Τον υποδεχτούν. Έτσι, το μεταφυσικό περιεχόμενο της ιερής εικόνας δεν έρχεται σε αντίφαση με την απλοϊκή και «αθώα» παρουσία της…

 

…Η εικόνα του Βούδα διατηρεί, μέσω της παράδοσης, αναλλοίωτα μερικά από τα βασικά της χαρακτηριστικά· αυτά επιβάλλονται ακολουθώντας έναν ιερατικό τύπο, η γενική μορφή του οποίου είναι καθορισμένη ή παγιωμένη, και έχει περισσότερο τη φύση του συμβόλου παρά του πορτραίτου. Στα μάτια των λαών της Άπω Ανατολής, οι οποίοι έλαβαν την παραδοσιακή εικόνα του Βούδα από την Ινδία, η εικόνα αυτή διατηρεί κάποια Ινδικά φυλετικά χαρακτηριστικά, ακόμα και αν τα Κινέζικα και Γιαπωνέζικα αντίγραφά της προδίδουν τη Μογγολική τους προέλευση. Κατά τα άλλα, η αφομοίωση στον Μογγολοείδη τύπο δεν αλλοιώνει καθόλου την αρχική έκφραση της εικόνας· το αντίθετο: η αίσθηση της αδιατάρακτης ηρεμίας, της στατικής πατρότητας3 και της γαλήνης, ενισχύεται μέσω αυτής της συμφιλίωσης των φυλών. Θα μπορούσε επίσης να λεχθεί ότι το πνευματικό πρότυπο του οποίου όχημα είναι η ιερή εικόνα του Βούδα, εκλαμβάνεται από τον θεατή ως μια ψυχοφυσική στάση που χαρακτηρίζει στον ύψιστο βαθμό την έμφυτη συμπεριφορά των Μογγολικών λαών με τη Βουδιστική πίστη. Θα λέγαμε πως υπάρχει μια μαγική σχέση του πιστού με την εικόνα: η εικόνα διαπερνά τη σωματική συνείδηση του ανθρώπου, και ο άνθρωπος προβάλλει κατά κάποιο τρόπο τον εαυτό του στην εικόνα· εντοπίζει στον ίδιο του τον εαυτό το αντικείμενο έκφρασης της εικόνας, προσδίδοντάς του έτσι μια αδιόρατη δύναμη που εκπέμπεται στους άλλους ανθρώπους.

Πριν κλείσουμε το παρόν κεφάλαιο, πρέπει να γίνει περαιτέρω λόγος σχετικά με την Ελληνική επίδραση στη γλυπτική της σχολής της Γκαντάρα. Η σπουδαιότητα της επίδρασης αυτής έχει συχνά υπερτονιστεί, με αποτέλεσμα τη στροφή στον νατουραλισμό· πραγματικά, ο νατουραλισμός απείλησε να συντρίψει τα ιερατικά πρότυπα, όμως η επίθεσή του αναχαιτίστηκε γρήγορα. Κατόπιν ο νατουραλισμός επιβίωσε μέσα σε αυστηρά καθορισμένα πλαίσια, με τη μορφή του πλόύτπυ της γραμμής και της επιφάνειας, δίνοντας ζωντάνια στο σύνολο του έργου χωρίς να εμποδίζει την εκδήλωση της ουσιαστικής του ποιότητας. Αν η Ελληνική επίδραση δεν ήταν παρά ένα πρόσκαιρο συμβάν, το αποτέλεσμά της συνίσταται στην ελαφρά μετατόπιση του καλλιτεχνικού επιπέδου έκφρασης, χωρίς βέβαια να αλλοιώσει την ουσία του· ίσως να αποτελεί την αιτία για τη μεταστροφή από το ζωγραφικό στο γλυπτό ιερό πορτραίτο.

Η θύρα από την οποία ο Ελληνισμός εισήλθε στον Βουδιστικό χώρο, ήταν ο εμφανώς φιλοσοφικός χαρακτήρας του Βουδισμού όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει τον κόσμο. Η διδασκαλία του Σακυαμούνι σχετικά με την ασταμάτητη διαδοχή αιτίας και αποτελέσματος, επιθυμίας και πόνου, απευθύνεται a priori μόνο στη λογική· όμως η θεωρία του κάρμα, που δεν είναι άσχετη με τον στωϊκισμό, δεν είναι παρά το κέλυφος του μηνύματος του Βούδα· ο πυρήνας του είναι προσβάσιμος μόνο μέσω της ενόρασης, και υπερβαίνει κάθε λογική έρευνα. Το ορθολογικό κέλυφος διατυπώνεται κυρίως στη Χιναγυάνα· στη Μαχαγυάνα, η παρουσία του υπερ-μορφικού πυρήνα σπάζει το κέλυφος αυτό. Επίσης, οι ιερές εικόνες της Μαχαγυάνα διαπνέονται από μεγαλύτερη πνευματική δύναμη σε σχέση με τις εικόνες της Χιναγυάνα, οι οποίες τείνουν προς τον φορμαλισμό και τη χάρη του στολιδιού…

 

…Η «ιερουργική» λειτουργία της εικόνας του Βούδα προέρχεται από το γεγονός ότι η εικόνα διαιωνίζει τη σωματική παρουσία του ίδιου του Βούδα, και από το ότι συνιστά κατά μία έννοια το απαραίτητο συμπλήρωμα ενός δόγματος συγκροτημένου με καθαρές αρνήσεις· γιατί ο Σακυαμούνι απέφυγε κάθε λογική αντικειμενοποίηση της υπερβατικής Ουσίας, αυτό έγινε επειδή ήταν ικανός να την εκφράσει στην ύψιστη πληρότητά της με την πνευματική ομορφιά της ανθρώπινης ύπαρξής του. Όπως η αποκάλυψη της Οδού, έτσι και η οικονομία των μέσων που χρησιμοποίησε είναι Χάρις.

Ο Μποντιντάρμα, ο πατριάρχης της Ντυάνα, είπε: «Η ουσία των πραγμάτων δεν μπορεί να περιγραφεί· για να την εκφράσουμε, λέξεις χρησιμοποιούμε. Η βασιλική οδός που οδηγεί στην τελειότητα, δεν ορίζεται· για να μπορέσουν να την αναγνωρίσουν οι μυημένοι, μορφές χρησιμοποιούν».

Αξιολόγηση προϊόντος
Το προϊόν δεν εχει αξιολογηθεί
Περισσότερες πληροφορίες ή απορίες; Επικοινωνήστε μαζί μας
Δείτε επίσης
Δωρεάν
αποστολή
με αγορές άνω των 100€
Σχετικά βιβλία αγορασμένα από άλλους πελάτες μας