Καλάθι Αγορών: άδειο Wishlist άδειο
ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ - ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΠΥΘΑΓΟΡΕΙΩΝ [ΧΡΥΣΑ ΕΠΗ] (Τόμος. Α’)
ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΣΤΟΥΡΑΪΤΗΣ
ISBN: 960-8419-10-7
Μέγεθος: 17x24 cm
Σελίδες: 304
Βάρος: 637 gr
Τιμή: 24.00€

Η σύγχρονη επιστήμη βρίσκεται, όπως ήδη ανέφερα σε μια πολύ κρίσιμη καμπή και αναγνωρίζεται όλο και περισσότερο ότι οι σημερινές επιστήμες, με όλες τις τόσο σπουδαίες ανακαλύψεις τους, έχουν παραμείνει δέσμιες του εξωτερικού πεδίου και συχνά δεν υπηρετούν πια την ζωή και την ανθρωπότητα. Έτσι αυτό που έχει τώρα τεράστια σημασία είναι η εμβάθυνση, με μία πάντα αφυπνισμένη συνείδηση, στην εσωτερική επιστήμη που περιλαμβάνει και τον εξωτερικό κόσμο, δίχως όμως την αποκρυφιστική περιθωριοποίηση στην οποία υπόκεινται οι περισσότεροι άνθρωποι στην φάση αυτή.

Αυτό που είναι απαραίτητο είναι μια εσωτερική παιδεία. Εδώ ανήκει, ως βάση, η διδασκαλία του Πυθαγόρου το απαύγασμα της οποίας είναι ότι Όλα είναι Ένα. Δεν είναι βέβαια τυχαίος ο χαρακτηρισμός του Πυθαγόρου ως «παγκόσμιο πνεύμα κοσμοϊστορικού μεγέθους».

Όταν κάποιος επιζητά την αναγνώριση της αλήθειας, οι γνώσεις τού είναι πολύ χρήσιμες και τον βοηθούν στην πρόσβαση αυτή. Αλλά αν παραμείνει μόνον στις γνώσεις, τότε αυτές λειτουργούν ανασταλτικά ως πνευματική πέδηση. Όμως ο μαθητής του Πυθαγόρου γνωρίζει ότι «δεν πρέπει να ομιλή δίχως φως», όπως λέει ένα Άκουσμα του μεγάλου αυτού διδασκάλου της Δύσεως και της ανθρωπότητας.

Ο μέγας φιλόσοφος Εμπεδοκλής (480 - 430 π.Χ.) έγραψε για τον Πυθαγόρα: «Ανάμεσά τους ζούσε ένας άνδρας που υπερτερούσε σε γνώση, που μέσα του περιείχε τον πιο περιεκτικό πλούτο και που ήταν γνωστός με τα βαθιά σοφίας έργα του. Όταν εξαντλούσε όλη την δύναμη της διάνοιάς του, εύκολα διέβλεπε το κάθε τι σε κάθε οντότητα, μέχρι δέκα ή είκοσι αιώνες της ανθρώπινης φυλής».

Η Πυθαγόρεια φιλοσοφία είναι κάτι πολύ περισσότερο από μιά διδασκαλία ή ένα σύστημα. Μπορεί να αφυπνίζει μιά δύναμη και να προκαλεί μιά θέαση, που εκφράζεται δημιουργικά στην όλη σκέψη και πράξη του μαθητή του Πυθαγορισμού.

Πίστη, γνώση και ζωή σχηματίζουν μιά δυναμική ενότητα.

«Φιλοσοφία» σημαίνει για τους πυθαγόρειους «αγάπη της σοφίας». Ένας φιλόσοφος είναι, συνεπώς, φίλος της σοφίας και της επιστήμης. Όπου όμως υπάρχει αγάπη και φιλία, υπάρχει κάτι πολύ περισσότερο από την γνώση εκείνη που προσπαθεί να προσανατολίζεται με τα εξωτερικά δεδομένα. Τότε ο φίλος της σοφίας δεν ικανοποιείται πιά με το απτό, αλλά αναγνωρίζει πνευματικές αξίες. Γι’ αυτό έλεγε ο Πλάτων ότι η επιστήμες πρέπει να διδάσκονται μόνον αν συμβάλλουν «στην κατεύθυνση της ψυχής προς το ύψιστο, προς τις αιώνια αληθινές ιδέες. Όταν το πράττουν, πρέπει να διδάσκονται».

Σε κάθε εποχή είναι μόνον λίγοι εκείνοι που προσεγγίζουν τον υψηλό σκοπό, αφού η Γη είναι ο τόπος στον οποίο ενσαρκώνονται άνθρωποι κάθε πνευματικής και ηθικής απόχρωσης και ψάχνουν τον δρόμο τους. Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του πεπρωμένο, τις δικές του επιτυχίες και αποτυχίες. Ο κάθε άνθρωπος ευρίσκεται πάνω στην δική του βαθμίδα της αναπτυξιακής κλίμακας. Όμως ο σκοπός όλων των ανθρώπων, αρχάριων, πεπειραμένων ή ακόμα και τέτοιων που φαίνεται ότι αρνούνται τον σκοπό αυτό, είναι ίδιος.

Λέγεται ότι ο Πυθαγόρας εδίδασκε πως η πνευματική ανάπτυξη είναι ένα εσωτερικό κάλλος που είναι κοινό στους καλύτερους κάθε γενεάς. Στην καλλιέργεια και στην ανάπτυξη αυτού του εσωτερικού κάλλους ευελπιστεί να συμβάλλη το βιβλίο αυτό που το αφιερώνω στον Μυητή μου Sar Albinus (κατά κόσμον Martin Erler) με σεβασμό, αγάπη και ευγνωμοσύνη.

Αθήναι, 1998
Γερ.Στουραΐτης


Σάς παραθέτουμε αποσπάσματα του βιβλίου:

....Είναι γνωστό, αναφέρει ο καθηγητής Γιούνγκ στα έργα του, ότι τα περιεχόμενα του προσωπικού ασυνειδήτου είναι επίκτητα. Αποκτώνται κατά την διάρκεια της ζωής του ατόμου. Αντιθέτως, τα περιεχόμενα του συλλογικού ασυνειδήτου είναι αρχέτυπα, τα οποία ήταν ανέκαθεν παρόντα. Τα πιο χαρακτηριστικά αρχέτυπα που έχουν την πιο συχνή και πιο ενοχλητική επίδραση στον άνθρωπο είναι η Σκιά, η Άνιμα και ο Άνιμους.

Η Σκιά είναι το πιο προσιτό από αυτά και το πιο εύκολο ως αντικείμενο εμπειρίας, γιατί η φύσης της μπορεί, σε μεγάλο βαθμό, να εξαχθή από τα περιεχόμενα του προσωπικού ασυνειδήτου.

Αν βέβαια οι θετικές ιδιότητες της προσωπικότητας είναι απωθημένες, τότε το Εγώ παίζει ένα ρόλο αρνητικό ή άσχημο, οπότε η Σκιά και η φύση της δεν συμπεραίνονται από τα περιεχόμενα του προσωπικού ασυνειδήτου, μιά κι αυτό είναι τότε αφ’ εαυτού του αρνητικό.

Η Σκιά είναι ένα ηθικό πρόβλημα που προκαλεί το σύνολο της εγωϊκής προσωπικότητας, γιατί ουδείς μπορεί να συνειδητοποίηση την Σκιά χωρίς σημαντική ηθική προσπάθεια. Συνειδητοποίηση της Σκιάς σημαίνει αναγνώριση ότι οι σκοτεινές πλευρές της προσωπικότητας είναι πραγματικές και παρούσες. Όμως αυτή η πράξη είναι η βασική προϋπόθεση για την αυτογνωσία και γι’ αυτό ακριβώς συναντά συνήθως μεγάλη αντίσταση.

Στην ψυχολογία η αυτογνωσία, ως ψυχοθεραπευτικό μέτρο, απαιτεί συχνά έντονη κουραστική εργασία και πολύ χρόνο.

Η εξέταση των χαρακτηριστικών, δηλαδή των κατώτερων στοιχείων που συνιστούν την Σκιά, φανερώνει πως η φύση τους είναι θυμική, πως έχουν ένα είδος αυτονομίας και γι’ αυτό ακριβώς μιά ιδεοληπτική χροιά.

Η θυμικότητα δεν είναι μιά δραστηριότητα του ατόμου, αλλά κάτι που του συμβαίνει. Συνήθως η θυμικότητα εμφανίζεται εκεί όπου η προσαρμογή είναι ασθενέστερη και, ταυτόχρονα, φανερώνει τον λόγο της αδυναμίας της, δηλαδή κάποια κατωτερότητα, και την ύπαρξη ενός κατώτερου επιπέδου προσωπικότητας. Σ’ αυτό το κατώτερο επίπεδο με την σχεδόν αχαλίνωτες συγκινήσεις, ο άνθρωπος φέρεται λίγο πολύ ως πρωτόγονος, δηλαδή δεν είναι μόνο το παθητικό θύμα των ίδιων του των συγκινήσεων, αλλά επίσης εντελώς ανίκανος για ηθική κρίση.

Αν και η Σκιά μπορεί, ως ένα σημείο, να αφομοιωθεί από το συνειδητό με καλή θέληση και ενορατικότητα, υπάρχουν ορισμένα γνωρίσματα που προβάλλουν πεισματική αντίσταση στον ηθικό έλεγχο και είναι σχεδόν αδύνατο να επηρεαστούν. Αυτές οι αντιστάσεις είναι συνήθως συνυφασμένες με προβολές, οι οποίες δεν είναι αναγνωρισμένες ως προβολές, και που η αναγνώρισή τους αποτελεί μιά ηθική επίτευξη πέρα από το συνηθισμένο. Ενώ μερικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της Σκιάς μπορούν να αναγνωρισθούν, χωρίς μεγάλη δυσκολία, ως προσωπικά μας στοιχεία, στις προβολές δεν ωφελούν ούτε η ενορατικότητα ούτε η καλή προαίρεση, αφού είμεθα βέβαιοι ότι η συγκίνησή μας προεκλήθη από κάποιον άλλο.

Όσο φανερό κι αν είναι στον ουδέτερο παρατηρητή ότι πρόκειται για προβολές, το υποκείμενο έχει ελάχιστες ελπίδες να το αντιληφθή.

Ας υποθέσουμε ότι ένα ορισμένο άτομο δεν δείχνει καμμιά διάθεση να αναγνωρίση τις προβολές του. Τότε, τα ηνία τα παίρνει ο παράγοντας που προκαλεί τις προβολές και έτσι επιτυγχάνει τον σκοπό του, αν έχει σκοπό, ή προκαλεί μιά κατάσταση που ευνοεί την υπεροχή της δύναμής του.

Όπως είπαμε, προβολές δεν γίνονται από το συνειδητό υποκείμενο, αλλά από το ασυνείδητο. Γι’ αυτό δεν προκαλεί κάποιος τις προβολές. Αντιθέτως, ευρίσκεται αντιμέτωπος με αυτές.

Η προβολή απομονώνει το υποκείμενο από το περιβάλλον του, γιατί αντί να έχη το άτομο πραγματική σχέση μ’ αυτό, έχει μόνο την ψευδαίσθηση της σχέσης.

Οι προβολές μεταβάλλουν τον κόσμο σε ένα πανομοιότυπο του δικού μας αγνώστου προσώπου. Γι’ αυτό, σε τελευταία ανάλυση, οδηγούν σε μία αυτοερωτική ή αυτάρεσκη κατάσταση. Σ’ αυτή την κατάσταση ονειρεύεται το άτομο έναν κόσμο που η πραγματικότητά του παραμένει πάντα ανεπίτευκτη. Όταν και όπου υπάρχει προβολή, η αίσθηση του ανικανοποίητου, μαζί με το πολύ χειρότερο συναίσθημα της στειρότητας, ερμηνεύονται ως κακά του περιβάλλοντος και μ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο εντείνεται η απομόνωση.

Όσο περισσότερες προβολές παρεμβάλλονται ανάμεσα στο υποκείμενο και στο περιβάλλον, τόσο περισσότερο δυσκολεύεται το Εγώ να δή τις ψευδαισθήσεις του.

Πολλές φορές είναι τραγικό να βλέπη κάποιος με πόσο ζήλο οι άνθρωποι χαλούν την ίδια τους την ζωή και την ζωή των άλλων, χωρίς να είναι καθόλου σε θέση να δουν ότι δημιουργούν οι ίδιοι την τραγωδία τους και ότι δεν παύουν στιγμή να την τροφοδοτούν. Όχι βεβαίως συνειδητά, γιατί συνειδητά δεν κάνουν άλλο παρά να θρηνούν και να καταριούνται τον αχάριστο κόσμο που απομακρύνεται όλο και περισσότερο απ’ αυτούς. Εκείνο που υφαίνει τις ψευδαισθήσεις που σκεπάζουν τον κόσμο, είναι ένας μη συνειδητός παράγοντας. Και υφαίνει ένα κουκούλι που μέσα του θάβεται τελικά ο άνθρωπος.

Προβολές σαν αυτές, που είναι τόσο δύσκολο να αναλυθούν, θα μπορούσε να υποθέση κάποιος πως ανήκουν στην περιοχή της Σκιάς, δηλαδή στην αρνητική πλευρά της προσωπικότητας. Ύστερα, όμως, από ένα σημείο η υπόθεση αυτή φαίνεται λανθασμένη, γιατί τα σύμβολα που εμφανίζονται τότε δεν αναφέρονται πια στο ίδιο, αλλά στο άλλο φύλο. Στην περίπτωση του άνδρα αναφέρονται σε μιά γυναίκα και αντίστροφα. Η πηγή της προβολής δεν είναι πια η Σκιά, που έχει πάντα το ίδιο φύλο με το υποκείμενο, αλλά μια ετερόφυλη μορφή.

Εδώ συναντάμε τον Άνιμους στην γυναίκα και την Άνιμα στον άνδρα. Δύο αντίστοιχα αρχέτυπα, που η αυτονομία και η μη συνειδητότητά τους εξηγούν την επιμονή των προβολών τους.

Στην μυθολογία η Σκιά είναι ένα θέμα εξ ίσου γνωστό όσο η Άνιμα και ο Άνιμους, και αντιπροσωπεύει, πρώτα απ’ όλα, το προσωπικό ασυνείδητο. Γι’ αυτό τα περιεχόμενά της μπορούν να γίνουν συνειδητά χωρίς μεγάλη δυσκολία.

Σε αυτό διαφέρει από την Άνιμα και τον Άνιμους, γιατί ενώ την Σκιά μπορεί να την διακρίνη κάποιος και να την αναγνωρίση αρκετά εύκολα, η Άνιμα και ο Άνιμους ευρίσκονται πολύ μακρύτερα από το συνειδητό και, υπό φυσιολογικές συνθήκες, σπάνια αναγνωρίζονται.

Με λίγη αυτοκριτική μπορεί να διακρίνει κάποιος την Σκιά, όσο η φύση της είναι προσωπική. Όταν όμως εμφανίζεται ως αρχέτυπο, αντιμετωπίζει κάποιος τις ίδιες δυσκολίες που αντιμετωπίζει με την Άνιμα και τον Άνιμους.

Δηλαδή, με άλλα λόγια, είναι μέσα στα όρια του δυνατού να αναγνωρίση κάποιος το «σχετικό» στην φύση του, αλλά είναι μιά σπάνια και συντριπτική εμπειρία να αντικρύση αυτό που ευρίσκεται πέρα από το πεδίο της σχετικότητας και που ίσως θα μπορούσε να ονομασθή «απόλυτο».

Ποιος είναι λοιπόν αυτός ο παράγοντας που προκαλεί τις προβολές;

Η Ανατολή τον ονομάζει «Γυναίκα που στροβιλίζεται», «Μάγια», που δημιουργεί ψευδαισθήσεις με τον χορό της. Το στοιχείο που περιτυλίγει, που αγκαλιάζει και καταβροχθίζει, υποδηλώνει ολοφάνερα την μητέρα (δηλαδή κάθε τι που λειτουργεί ως μητέρα) ή με άλλα λόγια την σχέση του γιού προς την πραγματική μητέρα, προς την εικόνα της και προς την γυναίκα που θα παίξει γι’ αυτόν τον ρόλο της μητέρας. Ο έρωτάς του, όπως του παιδιού, είναι παθητικός. Προσδοκά να συλληφθή, να ρουφηχθή, να περιτυλιχθή και να καταβροχθισθή. Αναζητά τον προστατευτικό μαγικό κύκλο της μητέρας που τροφοδοτεί την κατάσταση του βρέφους, το οποίο είναι ελεύθερο από κάθε έγνοια, που ο έξω κόσμος σκύβει πάνω του έτοιμος να του προσφέρη κάθε ευτυχία. Έτσι γίνεται αντιληπτό ότι χάνει τον πραγματικό κόσμο.....

.....Η λέξη «ρουάχ» της εβραϊκής γλώσσας έχει αποδοθεί εδώ ελεύθερα ως «πνεύμα», ενώ κυριολεκτικά σημαίνει «αρχέτυπη φωνή».

Στην αρχή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου λέγεται «Εν αρχή ήτο ο Λόγος».

Όπως θα διαπιστώσουμε, μια άλλη μεγάλη παράδοση, η παράδοση του Θιβέτ, λέει: «Εν αρχή ήτο Ο Μ» και όπως θα δούμε, ανάμεσα στον ήχο ενός Μάντρα ή Μάντραμ και στον εκφρασμένο λόγο υπάρχει μια ρέουσα μεταβατικότητα.

Αλλά τί είναι το Μάντρα ή Μάντραμ;

Στο λεξικό της μυστικής γνώσης του Horst E. Miers γράφεται ότι τα Μάντραμς είναι στίχοι από τις Βέδες που χρησιμοποιούνται ως εξορκιστικοί ή μαγικοί τύποι.

Στα εσωτερικά κείμενα το Μάντραμ σημαίνει τον ενσαρκωθέντα Λόγο, το δια της θείας Μαγείας αντικειμενοποιημένο (αισθητά αντιληπτό). Εκτός αυτού τα Μάντραμς είναι ρυθμικά ενταγμένες λέξεις ή συλλαβές που αν προφέρονται συνεχώς προκαλούν συγκεκριμένες δονήσεις σε ανώτερα πεδία.

Τα Μάντραμς ήταν γνωστά σε όλες τις λατρείες και εχρησιμοποιούντο και στην τυπολογική Μαγεία. Γνωστό είναι το «Κονξ-Ομ-Πα» των Ελευσινίων Μυστηρίων.

Στους αρχαίους Εβραίους ίσχυαν ως Μάντραμς οι Ψαλμοί του Δαυίδ (που παρελήφθησαν στον βαθμό της Βασιλικής Αψίδος του Ελευθεροτεκτονισμού), οι θρήνοι του Ιερεμία, οι Παροιμίες και το Άσμα ασμάτων του Σολομώντος, μερικά αποσπάσματα από τον Ιεζεκιήλ και μερικά κείμενα των δώδεκα Προφητών.

Στους Χριστιανούς εχρησιμοποιήθησαν ως Μάντραμς η αρχή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου και μερικά αποσπάσματα της Αποκαλύψεως.

Οι επί μέρους συλλαβές που συνθέτουν το Μάντραμ είναι τα Μάντρας.

Στην Γένεση της Παλαιάς Διαθήκης διαβάζουμε τα εξής:

«Και είπεν ο Θεός,
Γεννηθήτω φως?
Και έγεινεν φως»
.

Η λέξη, λοιπόν, που είπε ο Θεός ήταν «φως».

Και στην αρχή του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου διαβάζουμε:

«Εν αρχή ήτο ο Λόγος, και ο Λόγος
Ήτο παρά τω Θεώ, και ο Θεός ήτο
Ο Λόγος. Ούτος ήτο εν αρχή
Παρά τω Θεώ. Πάντα δι’ αυτού

έγειναν?και χωρίς αυτού δεν
έγεινεν ουδέ εν τω οποίον έγεινεν.
Εν αυτώ ήτο ζωή, και ζωή ήτο
Το φως των ανθρώπων».

Και λίγο πιο κάτω στο ίδιο Ευαγγέλιο διαβάζουμε:

«Και ο Λόγος έγεινε σαρξ».

Είναι ανάγκη να εννοούμε τις λέξεις που μεταχειριζόμεθα στην κυριολεκτική τους έννοια. Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να καταλάβουμε όσα μας έχουν πει οι διάφοροι Σοφοί της ανθρωπότητος και να αναγνωρίσουμε την αληθινή σημασία των λόγων τους που αντικατοπτρίζουν ορισμένες απόλυτες αλήθειες του σύμπαντος. Αν, όπως συμβαίνει στην εποχή μας, χρησιμοποιούμε τις λέξεις κατά το δοκούν χάνοντας την επαφή μ΄ αυτές τις αλήθειες τότε, όπως έλεγε ο Κομφούκιος, θα οδηγούμεθα σε ανακριβή σκέψη και σε λανθασμένες αποφάσεις.

Όπως μας λένε οι γλωσσολόγοι από την ρίζα λεγ προέρχονται οι λέξεις λόγος, λυχνία, lux (φως), lucere (φωτίζω), lex (νόμος), λέγειν, Laut (ήχος, φθόγγος, φωνή). Επίσης έχει αποδειχθεί ότι πολλές ρίζες αντικατοπτρίζονται σε κάποιες άλλες που φανερώνουν την έννοια των πρωταρχικών ριζών σε μια άλλη διάσταση. Στην δική μας περίπτωση η ρίζα λεγ αντικατοπτρίζεται στην ρίζα ρεγ, από την οποία προέρχονται οι λέξεις rex (βασιλιάς), regula (κανόνας), Recht (δίκαιο), rechts (δεξιά), αλλά και η λέξη ορέγειν, που σημαίνει εκτείνω, απλώνω, τείνω και που με την σειρά της συγγενεύει με την λέξη αρχή.

Έκδηλος είναι, λοιπόν, ο συσχετισμός του Λόγου, του φθόγγου και του ήχου με το φως.

Ο ίδιος συσχετισμός του ήχου και του φωτός με την αρχή της Δημιουργίας υπάρχει και στην παράδοση της Ανατολής....

Αξιολόγηση προϊόντος
Σύνολο αξιολογήσεων: 2
Περισσότερες πληροφορίες ή απορίες; Επικοινωνήστε μαζί μας
Δείτε επίσης
Δωρεάν
αποστολή
με αγορές άνω των 100€
Σχετικά βιβλία αγορασμένα από άλλους πελάτες μας